Κυριακή, 5 Ιουνίου 2011

Ο φίλος μου ο Σακίλ!



Ο Σακίλ Ο' Νιλ κατέβηκε από τη σκηνή (του μπάσκετ και των λοιπών τεχνών, τις οποίες διακονούσε επιμελώς) και ο Βασίλης Σκουντής του αποτίει φόρο τιμής και τον ευχαριστεί όχι μονάχα για τις αναμνήσεις, αλλά και για τις συνεντεύξεις!


Το εννοώ αυτό που έγραψα στον πρόλογο για τον φόρο τιμής, ο οποίος μάλιστα είναι ανάλογος με τα κυβικά του και με τα ρούχα του: πραγματικά μεγέθους XXXXXXL! Επ’ αυτού καταθέτω τη μαρτυρία του (μετέπειτα προπονητή του στο LSU) Ντέιλ Μπράουν, ο οποίος τον αντίκρισε πρώτη φορά σε μια αμερικανική βάση στη Γερμανία, όπου υπηρετούσε ο πατέρας του, και εντυπωσιασμένος από το ύψος και τα σωματικά προσόντα του τον ρώτησε σε πόσο καιρό θα ολοκλήρωνε τη θητεία του, ώστε να είναι διαθέσιμος για το κολέγιο. Ο Σακίλ χαμογέλασε και του απάντησε με παιδιάστικη αφέλεια: «I am sorry, Sir, but I am only 13»!

Ναι, ο μπαγάσας ήταν μόλις δεκατριών ετών κι έμοιαζε για εικοσάρης και βάλε!

Όσο για τις ευχαριστίες (του προλόγου) κι αυτές είναι απλόχερες, τόσο για τις εικόνες που αφήνει και πλέον αποτελούν μέρος της ιστορικής μνήμης του παγκοσμίου μπάσκετ, όσο και για τις συνεντεύξεις του οι οποίες υπήρξαν πάντοτε απολαυστικές. Μην έχοντας λοιπόν να συμπληρώσω πολλά πράγματα στα αφιερώματα που κατέκλυσαν τις τελευταίες μέρες τον παγκόσμιο Τύπο για τη διαδρομή και τις παράλληλες (με το μπάσκετ) δραστηριότητες του «Μεγάλου Αριστοτέλη», θα περιοριστώ σε κάποιες προσωπικές αναμνήσεις...

Τον Σακίλ τον είδα από κοντά πρώτη φορά στις 30 Ιουλίου του 1994 στη Σάρλοτ, όπου (μη γελάσετε, σας παρακαλώ), μας είχε στείλει για scouting της (προσεχούς αντιπάλου μας στο Μουντομπάσκετ) Γερμανίας ο Ευθύμης Κιουμουρτζόγλου! Χρησιμοποιώ πληθυντικό, διότι ο Ευθύμης είχε αναθέσει αυτή την αποστολή στον συνεργάτη του Μάκη Δενδρινό, ο οποίος ωστόσο δεν οδηγούσε και γι’ αυτό προθυμοποιηθήκαμε να του κάνουμε παρέα και οι τρεις δημοσιογράφοι, οι οποίοι είχαμε  ακολουθήσει την Εθνική και στην Ουάσινγκτον, όπου ταξίδεψε πρώτα για σειρά φιλικών αγώνων. Νοικιάσαμε λοιπόν ένα αυτοκίνητο και φύγαμε ο «Βούδας», ο Γιάννης Κουκουλάς, ο Γιάννης Καραλής και η αφεντιά μου...

Το ταξίδι ήταν όντως συναρπαστικό, όχι μόνο διότι το πήγαιν’ έλα διήρκεσε κοντά στις είκοσι ώρες (με στάση για ύπνο σε ένα μοτέλ πάνω στο δρόμο!), αλλά και επειδή είδαμε τον αγώνα της Dream Team 2 με τη Γερμανία, και με παρότρυνση του Δενδρινού κάναμε μια παράκαμψη και περάσαμε από το Ντούραμ της Νόρθ Καρολάινα (όπου στεγάζεται το πανεπιστήμιο του Duke) για να πούμε μια καλημέρα στον Μάικ Σιζέφσκι!

Μεγάλες μπασκετικές στιγμές, να ζήσουμε να τις θυμόμαστε!

Για να μην τα πολυλογώ, τον Σακίλ τον συνάντησα για πρώτη φορά στην αίθουσα Τύπου του γηπέδου της Σάρλοτ λίγα λεπτά μετά τη λήξη του αγώνα, σε ένα «media availability» που διοργανώθηκε με τη συμμετοχή όλων των παικτών της αμερικανικής ομάδας: κάθισε ο καθένας σε ένα... θρανίο και απαντούσε σε ό,τι τον ρωτούσαν οι δημοσιογράφοι οι οποίοι τον περικύκλωναν. Πέτυχα διάνα στις επιλογές μου, διότι στον λίγο χρόνο που είχα στη διάθεσή μου μέχρι να φύγουμε, την... έπεσα πρώτα στον Ντομινίκ Γουίλκινς, εν συνεχεία στον (αγαπημένο μου) Ρέτζι Μίλερ και άφησα για επιδόρπιο τον Σακίλ, του οποίου η φήμη έτρεχε από το 1992, όταν επιλέχθηκε στο Νο 1 του ντραφτ από τους Ορλάντο Μάτζικ και ήδη είχε παίξει δύο γεμάτες σεζόν  στο ΝΒΑ. Όμως άλλο η τηλεόραση και οι φωτογραφίες και άλλο η ζωντανή παρουσία, η οποία προκαλούσε σοκ και δέος!

Μετά την πρώτη γνωριμία στη Σάρλοτ, ξανασυναντηθήκαμε στο Τορόντο στη διάρκεια του Μουντομπάσκετ, όπου αίφνης ο Shaq προέβη σε... Greek Attack! Έτριβα, όπως και όλοι οι Έλληνες, τα μάτια μου στις 8 Αυγούστου (του 1994) για να διαπιστώσω αν αυτό που βλέπαμε συνέβαινε στ’ αλήθεια ή ήταν όνειρο θερινής νυκτός: ο Σακίλ εκμεταλλευόμενος το ρεπό της αμερικανικής ομάδας, όχι μόνο ήρθε στο «Maple Leaf Gardens» για να παρακολουθήσει τον αγώνα Ελλάδα-Καναδάς (74-71), αλλά έγινε και ένας από εμάς! Σε όλη τη διάρκεια του ματς χειροκροτούσε τα καλάθια της Εθνικής, ενώ ο ενθουσιασμός του έφτασε στο peak στην τελευταία φάση, όταν ο Φάνης και ο Σιγάλας έκαναν double team στον (μετέπειτα συμπαίκτη του «Diesel» στους Λέικερς) Ρικ Φοξ, του έκλεψαν την μπάλα και την πέταξαν στον Φασούλα, ο οποίος έφυγε στον αιφνιδιασμό και την κάρφωσε. Ο Σακίλ είχε αρχίσει από νωρίς να μπιζάρει τον Φασούλα και στο τέλος δεν κρατήθηκε... Πήρε από έναν διπλανό του μια ελληνική σημαία και άρχισε να κόβει βόλτες στο γήπεδο και να ποζάρει μπροστά στους φωτορεπόρτερς!

Ε, κατόπιν αυτού δεν άντεξα στον πειρασμό και τον κυνήγησα για να μου εξηγήσει αυτή την επίθεση αγάπης προς την Ελλάδα. «Ααα, γουστάρω πολύ τον ψηλό σας, τον Φασούλα. Απλώς πρέπει να βάλει μερικά κιλά για να με κοντράρει στα ίσια όταν θα βρεθούμε αντίπαλοι», μου απάντησε προφητικά, διότι όντως ύστερα από πέντε ημέρες, Ελλάδα και ΗΠΑ βρέθηκαν αντιμέτωπες στον ημιτελικό (97-58). Παρεμπιπτόντως κάποιοι ομογενείς στους οποίους προφανώς περίσσευε το θράσος, είχαν αναρτήσει από την πρώτη ημέρα του Μουντομπάσκετ στην εξέδρα ένα πανό που έγραφε »Shaq, stay aside, here comes Fassoulas» (Σακίλ, κάνε στην άκρη, έρχεται ο Φασούλας)!

Γελώ τώρα που το γράφω, αλλά εκείνο το καλοκαίρι ο σέντερ του Ορλάντο έγινε ένας ελληνικός... μαϊντανός, διότι σαν να μην έφταναν οι συναντήσεις μας στη Σάρλοτ και στο Τορόντο, τον φάγαμε στη μάπα και στην Αθήνα! Προτού καν περάσει ένας μήνας από τη λήξη του Παγκοσμίου Πρωταθλήματος, ο Σακίλ ήρθε στα μέρη μας ως προσκεκλημένος της Reebok ,για να συμμετάσχει σε ένα σόου που δυστυχώς εξελίχθηκε σε παρωδία. Το απόγευμα της 12ης Σεπτεμβρίου ο λεγάμενος έστησε επί τρεις ώρες περίπου 25.000 θεατές που είχαν κατακλύσει το Στάδιο Ειρήνης και Φιλίας (εκ των οποίων 4.000 είχαν στήσει καραούλι από τις 12 το μεσημέρι!) και όταν εδέησε να εμφανιστεί, εκτός από τις ζητωκραυγές, μάζεψε επίσης μερικά κέρματα και κάμποσα πλαστικά μπουκάλια!

Δεν ήταν πολύ ευγενής μαζί μας αυτή τη φορά ο Σακίλ, διότι σαν να μην αρκούσε η μεγάλη αργοπορία του, δεν έμεινε πάνω από ένα τέταρτο της ώρας στο γήπεδο, χώρια που απειλούσε ότι δεν θα εμφανιστεί αν δεν εκκενωθεί εντελώς ο αγωνιστικός χώρος από τα παιδιά και ότι θα έφευγε αν τολμούσε κάποιος να τον ακουμπήσει! Για τον φόβο των Ιουδαίων και για κάθε ενδεχόμενο, οι διοργανωτές κάλεσαν τα ΜΑΤ, ενώ η παρωδία κορυφώθηκε όταν ο εκπρόσωπος της ΕΟΚ που ανέβηκε στο βάθρο για να τον βραβεύσει, συνειδητοποίησε ότι δεν είχε μαζί του την πλακέτα!

Γενικώς εκείνη η επίσκεψη του Σακίλ υπήρξε περιπετειώδης και απογοητευτική. Πριν από τον κόσμο, είχε στήσει και τους δημοσιογράφους στη συνέντευξη Τύπου δύο ώρες, ενώ μας ανέχτηκε μονάχα είκοσι λεπτά και ενώ δεν είχε χωνέψει ακόμη από τα τρία γιγαντιαία πιάτα club sandwich που καταβρόχθισε και τα τριάντα μπουκάλια νερό που κατέβασε για να ξεδιψάσει! Α, και ακόμη ένα ενδιαφέρον στατιστικό στοιχείο από εκείνο το πρωινό του: χρειάστηκε εκατό πετσέτες για να σκουπίσει τον ιδρώτα του στη διάρκεια τριαντάλεπτης προπόνησης που έκανε με παιδιά!

Την ίδια μέρα προβλήθηκε στον κινηματογράφο «Ideal» η ταινία «Blue Chips», στην οποία ο Σακίλ εμφανίζεται μαζί με τον Νικ Νόλτε, ενώ το μεσημέρι έκανε κρουαζιέρα στον Αργοσαρωνικό και το βράδυ εμφανίστηκε σε ένα πολύ χλιδάτο πάρτι στο «Must», απ’ όπου έφυγε με συντροφιά πολλών κυβικών!

Οι νυχτερινές εξορμήσεις του Σακίλ στην Αθήνα έμειναν στην ιστορία της... πολιτιστικής ζωής του τόπου, αλλά και στην παντοτινή δική του θύμηση. Ξεπέρασαν μάλιστα τα ελληνικά σύνορα, καθώς με το που επέστρεψε στο Ορλάντο, άρχισε να κυκλοφορεί και το σχετικό ανέκδοτο: Τον ρώτησαν, λέει, αν πρόλαβε να επισκεφτεί την Ακρόπολη κι αυτός απάντησε μα αφέλεια: «Πήγα σε τόσα κλαμπ, πού να θυμάμαι ονόματα;»
Δυο χρόνια αργότερα η Ελλάδα συνάντησε και πάλι τον Σακίλ, αυτή τη φορά (όχι στο Ολυμπιακό Τουρνουά της Ατλάντα, αλλά) σε ένα αλήστου μνήμης φιλικό ματς που διεξήχθη στο αχανές «RCA Dome» της Ιντιανάπολης. Το χαρακτηρίζω αλήστου μνήμης, αν και κανονικά θα έπρεπε να θεωρείται αλήστου... συντριβής, διότι εκείνο το απομεσήμερο της 14ης Ιουλίου του 1996 η Εθνική γνώρισε τη μεγαλύτερη ταπείνωση στην ιστορία της: 62-128! Είχα την... ατυχία να μεταδίδω εκείνο τον αγώνα για το Star Channel όπου εργαζόμουν τότε και δεν θα ξεχάσω ποτέ την απέλπιδα προσπάθεια του Δημήτρη Παπανικολάου να καρφώσει μπροστά στον Αμερικανό γίγαντα, διότι (μικρό παιδί, χαρά γεμάτο τότε ο φον Δημητράκης) είχε βάλει το σχετικό στοίχημα με τους συμπαίκτες του. Την ψυλλιάστηκε όμως τη δουλειά ο Σακίλ και τις δυο φορές που ο 19χρονος φόργουορντ του Ολυμπιακού δοκίμασε να καρφώσει, τον έκανε ένα με το παρκέ!

Η επόμενη συνάντησή μας άργησε τρία χρόνια! Τον πέτυχα στις αρχές Απριλίου, τότε παίκτη των Λέικερς, στα αποδυτήρια του Forum και με το που με είδε, έβαλε τα γέλια και (έκαμψε κιόλας τη φοβία μου, διότι) άρχισε να φωνάζει: «Φιλαράκο, τι κάνουν οι γκόμενές μου στην Αθήνα; Kαι τι κάνουν τα παιδιά μου στο Μust και στο Privilege;» Έκπληκτοι οι συμπαίκτες του γύρισαν και με κοίταξαν με ύφος που πρόδιδε την υποψία τους ότι μπορεί να είμαι κανένας... νταβατζής, αλλά ευτυχώς ο Σακίλ αποκατέστησε τη φήμη μου! Ακριβώς δίπλα του καθόταν ο Ρούμπεν Πάτερσον, ο οποίος είχε αρχίσει τη σεζόν στην ΑΕΚ και ο Σακίλ που το ήξερε γύρισε και του είπε: «Είναι δημοσιογράφος από την Ελλάδα. Ρώτα τον λοιπόν να σου πει πόσο μεγάλη φίρμα είμαι στην Αθήνα. Αν βάλω υποψηφιότητα, θα βγω σίγουρα δήμαρχος, ενώ εσένα που έμεινες τόσο καιρό εκεί, δεν σε ξέρει κανείς»! Του ’φυγε ο τάκος του Πάτερσον, ενώ την ίδια στιγμή ο Κόμπε, ο Φίσερ, ο Χόρι, ο Τζόουνς, ο Φοξ, ο Ράις, ο Ρόντμαν, οι υπόλοιποι παίκτες, αλλά και ο προπονητής (επίσης πρώην παίκτης της ΑΕΚ, για να μην ξεχνιόμαστε) Κυριάκος Ραμπίδης κρατούσαν το στομάχι τους από τα γέλια!

Εκείνες τις μέρες ο Σακίλ πεινούσε, διότι ο Ράμπις είχε απαγορεύσει στον σωματοφύλακά του, Τζερόμ Κρόφορντ, να αφήνει στον πάγκο ένα κουτί με...  λουκουμάδες για να τους μασουλάει το αφεντικό του στα διαλείμματα των προπονήσεών τους στις ελεύθερες βολές (!), αλλά δεν έκανε δίαιτα και στις πλάκες του. Ήταν, όπως πάντα, περιβόλι! Χαρά Θεού σε κάθε του κουβέντα. Στα μπράτσα του δέσποζαν δύο τατουάζ (το «man of the steel» και το «against the law») και παρά το γεγονός ότι είχαν περάσει ήδη πέντε χρόνια από τη μοναδική επίσκεψή του στην Αθήνα, θυμόταν πολύ έντονα την καλοπέρασή του, όπως επίσης και τη σκηνή με την ελληνική σημαία στο Τορόντο. Δέχτηκε πολύ ευχαρίστως να μου δώσει συνέντευξη για Το Βήμα (βλέπε σχετικά αποκόμματα), δεν άφησε καμία ερώτηση αναπάντητη –ούτε καν αυτές για τις σχέσεις του με τον Μπράιαντ και τον επηρεασμό του από τη συμβίωση με τον Ρόντμαν– φόρεσε το πιο αστραφτερό χαμόγελό του για να βγάλουμε φωτογραφία και όταν αποχαιρετιστήκαμε, μου είπε ότι θα ήθελε πολύ να ξαναπεράσει μια βόλτα από την Ελλάδα...

•    ΥΓ. Ε, ύστερα από δώδεκα χρόνια, τώρα που βγήκε στη σύνταξη κι έχει περισσότερο ελεύθερο χρόνο, καλώς να κοπιάσει! Αρκεί να μη μας στήσει τόσες ώρες, όπως την προηγούμενη φορά...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου